9 ρήματα



Συνειδητοποιώ.
Διαλέγω.
Προσπαθώ να κρατήσω νέες ισορροπίες.
Aνακαλύπτω.
Εκπλήσσομαι.
Αποδέχομαι.
Αλλάζω.

Με μια λέξη: μεγαλώνω.

M'αρέσει.

It's only dreams we have.



-Μα καλά, πώς μπορείς και κάνεις όνειρα με όλα αυτά που γίνονται;

Να μωρέ, είναι που όταν με ζορίσεις πολύ (πολύ όμως) πεισμώνω.
Και κρατιέμαι από όσα με ορίζουν.
Από όσα με όριζαν σαν άνθρωπο και πριν – τότε που τα λεφτά έφταναν για να βγάλεις τον μήνα.
Από τα χρώματα τριγύρω μου, την μουσική, τα πράγματα που ανακαλύπτω ότι μπορώ να κάνω καλά τελικά κι ας μην το φανταζόμουνα ποτέ.
Τα όνειρά μου.

Είναι και το άλλο επίσης.
Οι άνθρωποι που αγαπώ, όπως όλοι μας, είναι αγχωμένοι και λυπημένοι και φοβισμένοι.
Και είναι πολύ ωραίο να είμαστε όλοι μαζί, και στα καλά και στα δύσκολα, μόνο που αν πέσουμε όλοι στον βάλτο θα χαθούμε, κάποιος πρέπει να μείνει έξω, να προσπαθήσει να βοηθήσει τους υπόλοιπους.

Γιατί θέλω να βοηθήσω τους ανθρώπους που αγαπώ, τους ανθρώπους που θέλω να τους πάνε τα πράγματα καλά γιατί πραγματικά το αξίζουν, αλλά δεν μπορώ να τους πληρώσω τους λογαριασμούς, ούτε να τους υποσχεθώ ότι όλα θα πάνε τέλεια και να μην ανησυχούν.

Μπορώ όμως να μοιράζομαι τα χαρούμενα νέα μου μαζί τους. Κι έτσι να ξέρω, ότι έστω και για λίγο βρήκαν από κάπου να πιαστούν, έχουν μια χαρούμενη σκέψη στο μυαλό τους, έχουν ένα χαμόγελο στο πρόσωπό τους και λένε από μέσα τους: «ναι, συμβαίνουν ακόμα καλά πράγματα» Έχουμε όλοι ανάγκη τα μικρά, ασήμαντα, καλά νέα. Είναι η κόκκινη μπογιά που θα έρθει και θα σκάσει σαν πίνακας του Pollock πάνω στο μαύρο του μέσα μας.

Γι’ αυτό θα πεισμώσω και θα συνεχίσω να ονειρεύομαι: τα ταξίδια, τους ανθρώπους, τα χρώματα, τις μουσικές, τις εκπλήξεις, τις προκλήσεις. Θα ονειρευτώ ακόμα και την θάλασσα, αυτή την θάλασσα που επιμένει να με χωρίζει από όσα αγαπάω, αλλά προς το παρόν αντέχω, άλλωστε μου είπαν ότι είναι ώρα για απογείωση, άρα λέω να βγάλω φτερά και να πετάξω.

Γιατί τα χειρότερα είναι μπροστά.
Αλλά δεν μπορεί, και τα καλύτερα κάπου εκεί κοντά θα είναι.


-Είναι θέμα επιβίωσης, βλέπεις.

Στο θέατρο


Τελειώνοντας μια παράσταση πολλά θα σχολιάσεις: τα φώτα, τον ήχο, τις ερμηνείες, το πόσο εκνευριστικοί μπορούν να γίνουν αυτοί που κάθονται πίσω σου.

Και θα δεις άλλους πρωταγωνιστές να βγαίνουν για να υποκλιθούν μπροστά στο κοινό τους τρεις και τέσσερις φορές, με το (αλαζονικό) χαμόγελο του νικητή ζωγραφισμένο θριαμβευτικά στο πρόσωπό τους και άλλους να υποκλίνονται, να λένε ευχαριστώ και να φεύγουν σχεδόν σκυφτοί κρατώντας την ιδρωμένη τους μπλούζα στο χέρι.

Βλέπεις, άλλοι παίζουν τους βασιλιάδες και άλλοι τους ανθρώπους των σπηλαίων.

Η belle époque.



Βelle époque σημαίνει «η όμορφη εποχή».
Θα την βρούμε στην Ευρώπη, περίπου ανάμεσα στα 1870 και 1914. Η εποχή των επιστημονικών επιτευγμάτων, της τεχνολογικής προόδου, του καλλιτεχνικού οργασμού, της κοινωνιολογίας και της πολιτικής επιστήμης. Μετρό, αυτοκίνητο, κινηματογράφος, art nouveau, νατουραλισμός, βραβεία Νομπέλ. Αϊνστάιν, Τέσλα, Ζολά.
Είναι η εποχή που έθρεψε τα παιδιά της με αισιοδοξία, με όνειρα και φιλοδοξίες για ένα αύριο που διαγράφονταν γεμάτο φως και πρόοδο.

Για να τους δώσει τελικά ένα όπλο στο χέρι και να τα στείλει να σκοτώσουν και να σκοτωθούν στα χαρακώματα ενός πολέμου που ονομάστηκε Πρώτος Παγκόσμιος. Ενός πολέμου που τα μεγάλα κεφάλια πίστευαν ότι θα κρατήσει 6 μήνες και θα περιοριστεί στη γειτονιά της Ευρώπης, αλλά τελικά κράτησε 4 χρόνια και εξαπλώθηκε όσο περισσότερο γινόταν.
Κι όσους επέζησαν, αυτούς που προσπάθησαν να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα και να φτιάξουν ένα κόσμο για τα παιδιά τους που να μοιάζει έστω και λίγο στα όνειρα που έκαναν αυτοί, τους αποτελείωσε ο πόλεμος που ακολούθησε κάποια χρόνια μετά και ονομάστηκε Δεύτερος Παγκόσμιος.

Κανένας από όλους εκείνους τους ανθρώπους που βλέπουμε στις γκραβούρες της εποχής να σουλατσάρουν ευτυχισμένοι, δεν γνώριζε τον ξέφρενο ρυθμό με τον οποίο εξοπλίζονταν οι χώρες της Ευρώπης και πως όλες ήθελαν το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας, αλλά δεν τα κατάφεραν να συνεννοηθούν. Οι μεγάλες δυνάμεις ήξεραν ότι ο πόλεμος ήταν – από ένα σημείο και μετά – αναπόφευκτος. Αλλά ο απλός, καθημερινός κόσμος που πλήρωσε τελικά τον λογαριασμό μετρώντας νεκρούς, ανάπηρους, διαλυμένες οικογένειες και ακρωτηριασμένες ψυχές, δεν ήξερε τίποτα για το παιχνίδι που παιζόταν στις πλάτες του.

Την είπαν: «η όμορφη εποχή». Και ήταν. Ήταν και η πιο τραγική μέσα στην ομορφιά της. Ήταν τα μόνα ήρεμα χρόνια της Ευρώπης. Τα χρόνια της αφέλειας. 
Και της ευτυχίας που φέρνει η άγνοια. 


(Όπως τότε, που τα σπασμένα των δεκαετιών 1870 - 1890 τα πλήρωσαν άλλοι από το 1914 και μετά, έτσι και σε μας τώρα, τα σπασμένα των δεκαετιών 1970 - 1990 θα τα πληρώσουν άλλοι με αφετηρία το 2010 και όσο πάει. Δεν είμαι της άποψης οτι η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά κάτι κυκλάκια τα κάνει - είναι και της μόδας οι κύκλοι τώρα τελευταία...)

Σχολικό έτος 2010 - 2011

Θέλω να γράψω πολλά για τον χρόνο που πέρασε. Πάρα πολλά.
Για όσα ένιωσα και σκέφτηκα και αντιμετώπισα και πόσο χαρούμενη είμαι που τα κουτσοκατάφερα και πόσο ανακουφισμένη, όχι γιατί ο επόμενος χρόνος θα είναι αναγκαστικά καλύτερος, αλλά που επιτέλους αυτός ο χρόνος, ο πρώτος, ο χρόνος της ψυχρολουσίας, του άνω κάτω, του αγνώστου και των χίλιων καινούριων πραγμάτων που έπρεπε να γίνουν σωστά με την πρώτη τελείωσε και ο επόμενος, γαμώτο, δεν μπορεί, θα είναι έστω και λίγο πιο εύκολος.

Αλλά χρόνος είναι πολύτιμος, η ζέστη ανελέητη, έχω βαλίτσα να ετοιμάσω και μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις.


(Έρχομαι! Ετοιμάστε τις μπύρες!)

A step back


Γιατί πίσω;
Γιατί στο παλιό;
Γιατί μετά από τόσο καιρό, πάλι εκεί;

Εύκολο.

Επειδή όταν υποψιάζεσαι οτι κάπου πήρες λίγο λάθος την στροφή, γυρίζεις πίσω. Και το παίρνεις από την αρχή. Όχι από το μηδέν. Από την αρχή. Από ένα δικό σου σημείο επαναφοράς.

Επειδή έχει μια χάρη να ξαναβγαίνεις με άτομα που έκανες παρέα πριν χρόνια και να διαπιστώνεις τι έμεινε ίδιο και τι άλλαξε και οτι όλοι βάλαμε κιλά εκτός από έναν. Οτι οι γκρίνιες έμειναν ίδιες για τα ίδια πράγματα και οτι στους παλιούς μας φόβους προστέθηκαν καινούριοι. Οτι τώρα έχουμε αποδεχτεί, ό,τι τότε μας εκνεύριζε στον άλλο.
Επειδή, πια, το μόνο συναίσθημα που έμεινε όρθιο είναι η ασφάλεια που νιώθεις όταν είναι 02.30 το βράδυ, στο γνώριμο μαγαζί και διαβάζεις στο μπαρ το βιβλίο σου περιμένοντας τον Βασίλη να κλείσει και να πάτε για μπύρες. Και κάπου σε μια γωνία βλέπεις τον παλιό σου εαυτό, στα 19, με τα κλαμεράκια στα μαλλιά να γελάει και να κάνει όνειρα. Και ξαφνικά θυμάσαι πώς και γιατί βρέθηκες εδώ που βρέθηκες. Σαν να έβαλες το χέρι λίγο πιο βαθιά στην τσέπη και να βρήκες τον παλιό, ξεχασμένο χάρτη σου - αυτόν που τότε τσαλάκωσες, γιατί θεώρησες οτι ήταν αχρείαστος, αφού ήσουν πολύ ατρόμητη και ικανή για να τον χρησιμοποιήσεις.

Επειδή το "γυρίζω πίσω" και το "πισωγύρισμα" δεν είναι πάντα το ίδιο πράγμα.

The pursuit of happiness.

Η ευτυχία είναι αυτό που περιμένουμε να'ρθει, θα σου πει ο Μανώλης.


Η ευτυχία είναι δύο μαργαρίτες και μια Μελίνα μακριά θα σου πω εγώ.
Για μένα.
Τι είναι ευτυχία για σένα θα το βρεις μόνος σου. Γιατί έτσι πρέπει.


Πάω για ύπνο, είμαι κομμάτια.


Καληνύχτα...

The Cure

Για κάποιον ακαθόριστο λόγο, οι Cure μου θυμίζουν πάντα την Άννα.

Ίσως γιατί κάποτε στο σπίτι της μου έδωσε να βάλω ένα μπλουζάκι που έγραφε Kiss me, Kiss me, Kiss me.

Ίσως γιατί κάποτε, είχαμε λιώσει να ακούμε το it's Friday i'm in love.

Ίσως γιατί αυτή μου έμαθε το just like heaven.

Ίσως επειδή με είχε κοιτάξει με ένα ύφος wtf όταν της είπα οτι δεν μου πολυαρέσει το lullaby.

Ίσως να μην με νοιάζει και καθόλου.
Μου φτάνει που οι Cure μου θυμίζουν πάντα την Άννα.

Έπεσα πάνω σε αυτό στο ραδιόφωνο, που είναι cure, άρα θυμήθηκα την Άννα, άρα θυμήθηκα κάτι καμμένα καλοκαιρινά mail, μπισκοτολούκουμα με μερέντα, ντοκιμαντέρ στο Σκάι τα σαββατόβραδα, μια έκθεση στο ΜΜΣΤ που κανόνισε να πάμε αλλά τελικά δεν μπόρεσε να έρθει,τη μετακόμιση στο τωρινό της σπίτι όπου καθάριζα σανίδια και κάναμε οντισιόν για τα πόμολα των συρταριών της κουζίνας και την σαπουνοθήκη του μπάνιου.
Τον τρόπο που κοιτάζει μέσα από τα γυαλιά της και φυσάει τον καπνό.
Τον τρόπο που κουνάει το κεφάλι και λέει "cool".
Μου λείπει λιγάκι.
Καλά, μου λείπει πολύ.
Κι αυτή και οι άλλοι - η roomy της και όσοι μπαινοβγαίνουν στο μεγάλο σπίτι της για να φάνε ποπ κoρν, να δουν ταινίες και να γελάσουν μέχρι αργά το βράδυ. (δεν είναι εξώλης και προώλης η κοπέλα, απλά είμαστε μεγάλη παρέα)

Και φιρίκια.
Όταν σκέφτομαι την Άννα μου έρχονται στο μυαλό φιρίκια.
Γιατί της αρέσουν και την κάνουν χαρούμενη.
Κι όταν είναι χαρούμενη κλείνει τα μάτια και γελάει σαν να μην υπάρχει αύριο.


( Και για όνομα του Θεού, μην πείτε: "αλήθεια, δεν ήξερα οτι οι cure έχουν βγάλει και άλλα τραγούδια εκτός από το lovesong!" )



Colour Youth: Stand up for your kisses!

Το ομώνυμο βιντεάκι το ανακάλυψα εδώ.
Και το λάτρεψα.
Και κόλλησα.
Μια ομάδα παιδιών, που υπερασπίζονται αυτό που αισθάνονται.
Με επιχειρήματα.
Με καλαισθησία.
Με ηρεμία.
Με χιούμορ.
Με ομορφιά.


Θα με ρωτήσεις αν είμαι ομοφυλόφιλη. Θα σου πω όχι.
Αλλά είμαι τόσο ρομαντική, που αν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι και παθιάζονται ο ένας με τον άλλο και νοιάζονται ο ένας για τον άλλο, πιστεύω πως έχουν κάθε δικαίωμα να το δείχνουν. Πρέπει να το δείχνουν. Γιατί τα συναισθήματα έχουν φτιαχτεί για να βγαίνουν από μέσα μας, όχι να μένουν εγκλωβισμένα και να κόβουν βόλτες μέσα στην ψυχή μας.


Ίσως τελικά αυτό είναι που σοκάρει. Το γεγονός οτι σε μια κοινωνία σιωπής, κάποιοι έχουν το θάρρος να φωνάξουν αυτό που ζητάει να βγει από μέσα τους.
Το πάθος.
Την καύλα.
Την στοργή.
Τον έρωτα.
Την αγάπη.

Οι μαθητές ρωτούν, οι καθηγητές απαντούν

Για να μην τα πολυλογώ, μοιράσαμε σήμερα στους μαθητές μια παλιότερη έκδοση αυτού, με το σκεπτικό οτι ακόμα κι αν η ατζέντα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί γιατί είναι παλιάς χρονιάς, όλες οι υπόλοιπες πληροφορίες είναι χρησιμότατες και διαχρονικές. Πίνακες με ανώμαλα ρήματα αγγλικών, περιοδικός πίνακας στοιχείων, περιβάλλον, μετανάστες, διαδίκτυο, βία στο σπίτι και πολλά πολλά άλλα.
Και φυσικά, το ένα, το απόλυτο, το must, η σελίδα που όλα ήξεραν οτι κάπου θα υπάρχει: σεξουαλική ζωή και υγεία.

Μιλάμε για Α Γυμνασίου. Παιδάκια. Όχι όλα. Άλλα θέλουν να κάνουν σεξ και άλλα κλείνουν τα μάτια όταν στην τηλεόραση δυο άνθρωποι φιλιούνται. Το καθένα με τους δικούς του ρυθμούς. Με τις δικές του απορίες. Και φυσικά ο εκπαιδευτικός με σοβαρότητα θα απαντήσει σε όλες. Το ξέρεις αυτό πριν ανοίξεις στην τάξη ένα τέτοιο θέμα. Αν δεν είσαι έτοιμος, αν δεν είσαι σίγουρος οτι θα μπορέσεις να απαντήσεις σοβαρά αλλά και άνετα (σαν να ήταν μια οποιαδήποτε κουβέντα) σε ό,τι σε ρωτήσουν, δεν ανοίγεις ποτέ τέτοια κουβέντα μέσα στην τάξη. Τα παιδιά θα καταλάβουν οτι διστάζεις, θα ντραπούν και θεωρήσουν οτι τέτοια θέματα δεν πρέπει να τα συζητάνε με τους μεγάλους. Και είναι λίγο καταστροφικό αυτό το τελευταίο.

Γι'αυτό κι εγώ, όταν η γλυκύτατη Μαρίνα μου, με τα ξανθά μαλλάκια, τα ροζ μάγουλα και τα γαλανά, γεμάτα ειλικρινή απορία, ματάκια της με ρώτησε:

-Κυρία, πόσο περίπου μέγεθος έχει ένα αντρικό πέος;

πολύ αυθόρμητα και σοβαρά απάντησα:

-Έχει διάφορα μεγέθη. Μικρό, μεσαίο, μεγάλο. Σαν τα μπλουζάκια.

(ναι, πραγματικά είπα και "σαν τα μπλουζάκια")

Ικανοποιήθηκε πλήρως και αυτή και η υπόλοιπη τάξη.


P.S: ο πατέρας της Μαρίνας είναι ιερέας. Την Δευτέρα ενδεχομένως να με περιμένει με ένα κουβά αγιασμό, μια γλάστρα βασιλικό και την ευχή του εξορκισμού έξω από το σχολείο. Από την άλλη όμως, όταν είχαμε μιλήσει, μου φάνηκε σχετικά νορμάλ άνθρωπος. Οψόμεθα!

Τι έμαθα σήμερα το πρωί.

Όταν έχεις ανάψει τα καλοριφέρ, και όλο το σπίτι έχει ζεσταθεί και το ξυπνητήρι χτυπάει επειδή είναι 7 το πρωί και πρέπει να σηκωθείς για να πας στη δουλειά, τότε το βάρος του παπλώματος τείνει στο άπειρο...

3 εβδομάδες μέχρι τα Χριστούγεννα.

Όταν ήμουν πιτσιρίκι, αφού είχαμε στρώσει τα χαλιά στο σπίτι, κατεβάζαμε το δέντρο από το πατάρι, το στολίζαμε, και μετά κοιτούσα τα φωτάκια τρώγοντας μελομακάρονα και σκεφτόμουν: "Α! Τώρα μάλιστα, ήρθαν τα Χριστούγεννα!"

Όταν μεγάλωσα λιγάκι, ας πούμε την εποχή Γυμνασίου-Λυκείου, έφτιαχνα μια κούπα ζεστή σοκολάτα (ναι, από εκείνες τις σπιτικές, τις πηχτές, που τις φχαριστιέται η ψυχή σου) και χάζευα το χιόνι και σκεφτόμουν: "Α! Τώρα μάλιστα! Ήρθαν τα Χριστούγεννα!"

Αλλά τελικά η αλήθεια είναι οτι αν δεν έχεις λείψει από το μέρος που αποκαλείς σπίτι κι αν δεν αναγκαστείς να ταξιδέψεις για να φτάσεις σ'αυτό, αν δεν μπεις μέσα φορτωμένος με βαλίτσες κι αν δεν δεις την χαρά στα μάτια αυτών που έχουν να σε δουν καιρό, δεν μπορείς να πεις "Α, τώρα μάλιστα. Είναι Χριστούγεννα..."

Ας κάνει παντού καλό καιρό, να γυρίσουν όλοι σπίτια τους για τις γιορτές - κι αν μετά χιόνιζε και λίγο ωραία δεν θα ήταν; Πίνοντας σοκολάτα και τρώγοντας μελομακάρονα; Ε; Ε; Ε;

Συναδελφική αλληλεγγύη.

Συναδελφική αλληλεγγύη είναι να πηγαίνουν 2 άτομα από την Λέρο στη Ρόδο για να παρακολουθήσουν κάτι υποχρεωτικά σεμινάρια, και να ακολουθούμε άλλα 3 για βόλτα.
Πλάκα θα έχει!

Το πιο ηλίθιο πράγμα.

Χθες το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ και εντελώς ξαφνικά αναρωτήθηκα τι μου έχει λείψει πιο πολύ από την Θεσσαλονίκη. Από την ίδια την πόλη - οι άνθρωποι και οι συνήθειες εξαιρούνται.
Και το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν το γκρουντς που κάνουν τα εισιτήρια όταν τα ακυρώνεις πάνω στο αστικό.
Αν αυτό δεν είναι το πιο ηλίθιο πράγμα που θα μπορούσε να μου έχει λείψει, τότε δεν ξέρω ποιο θα έπρεπε να είναι!
Καμιά ιδέα;

P. is for Paris

Μου είχαν πει πως το Παρίσι ή θα το λατρέψω αμέσως ή θα το μισήσω αμέσως.
Τελικά νομίζω πως το Παρίσι είναι σαν τις μεγάλες μας αγάπες: δεν τις εκτιμάς και πολύ όταν τις έχεις γιατί είσαι κουρασμένος, είσαι όλη μέρα στο δρόμο και τα πόδια σου πονάνε, δεν υπάρχει πουθενά κλιματιστικό, το νερό είναι ζεστό και ακριβό, ο ήλιος ανελέητος, η υγρασία κολλάει στο δέρμα σου, το τασάκι και η σαντιγύ μοιάζουν ηχητικά σαν λέξεις (λίγο) και άντε να βγάλεις άκρη, πρέπει να αλλάξεις 2 και 3 μετρό για να φτάσεις εκεί που θες και στο τέλος κάθε μέρας ορκίζεσαι οτι δεν θα μπορούσες ποτέ να ζήσεις σε μια πόλη σαν κι αυτή.
Και τελειώνουν οι μέρες και φεύγεις.
Και περνάει λίγο ο καιρός.
Και αρχίζει να σου λείπει. Ο Σηκουάνας και τα φωτισμένα νερά του. Οι ήσυχες γειτονιές με τις κρυμμένες μπυραρίες. Ακόμα ακόμα και ο πύργος - τίποτε άλλο από ένα ατσαλένιο τέρας που ορθώνεται στη μέση μιας μητρόπολης.
Και μετά νιώθεις κάτι να σε τραβάει πάλι προς τα εκεί.
Γιατί πάνω απ'όλα, το Παρίσι ξέρει να σε μαγεύει. Και μπορεί να το κάνει και αναδρομικά.




Δεν ξέρω κανέναν που να γύρισε πίσω και να το μετάνιωσε...

Γιατί χρειαζόμαστε καθρέφτες.


Για να βάζουμε μάσκαρα χωρίς να βγάλουμε το μάτι μας με το βουρτσάκι.
Για να φοράμε ρούχα που ταιριάζουν μεταξύ τους – τουλάχιστον στα δικά μας μάτια.
Για να κάνουμε γκριμάτσες και μετά να γελάμε μόνοι μας στο σπίτι.

Και καμιά φορά, για να αντικρύσουμε αυτό που είμαστε.

Γιατί είμαστε εγωιστές. Όλοι.
Γιατί δύσκολα δεχόμαστε κριτικές και υποδείξεις για το υπέροχο και καταπληκτικό «Εγώ» που έχουμε δημιουργήσει – όσο καλοπροαίρετες κι αν είναι.
Γιατί πεισμώνουμε σαν κακομαθημένα 5χρονα και κλείνουμε τα αυτιά μας όταν κάποιος μας φωνάζει επειδή κάναμε το ίδιο λάθος για χιλιοστή φορά.
Γιατί ίσως, αυτό που είμαστε πονάει τους ανθρώπους γύρω μας. Τους πικραίνει. Τους διώχνει.
Γιατί ίσως, αυτό που είμαστε σιγά-σιγά μας καταστρέφει.
Και τότε κάποιος πρέπει να βάλει μπροστά μας έναν καθρέφτη και να μας δείξει την άσχημη πλευρά μας. Όχι για να αισθανθεί αυτός ανώτερος. Για να ταρακουνήσει εμάς λιγάκι. Και να διαλέξουμε αυτό που προτιμάμε να γίνουμε: ώριμοι ενήλικες που παραδεχόμαστε πόσο σκατά τα κάναμε και αρχίζουμε το συμμάζεμα ή κακομαθημένα 5χρονα που γκρινιάζουν συνέχεια, έχουν απαιτήσεις από όλους εκτός από τον εαυτό τους και τα θέλουν όλα στο πιάτο χωρίς να κουνήσουν το μικρό τους δαχτυλάκι.


Γι’αυτό χρειαζόμαστε καθρέφτες.

Οι τουρίστες κι εγώ

Θυμάμαι τις εξεταστικές του Ιουνίου: αγχωμένη, ιδρωμένη, αγουροξυπνημένη, με τόνους βιβλία και τετράδια στο χέρι, να κολλάω από την ζέστη και να ζηλεύω όσους είχαν τελειώσει νωρίς και έφυγαν για την θάλασσα.
Και μέσα σε όλα αυτά, να έχω και κάτι τουρίστες, χαρούμενους, ξένοιαστους, ηλιοκαμένους, με το μπουκάλι το νερό στο ένα χέρι και την τυρόπιτα στο άλλο, γυαλιά ηλίου, καπελάκι και όλα τα συναφή, να με πλησιάζουν και να με ρωτάνε με βλέμμα απόλυτης ευτυχίας σε σπαστά ελληνικά: "Πού είναι το Καμάρα;"
Και να θες τόσο πολύ να απαντήσεις: "Καλά ρε, στραβός είσαι; Μπροστά σου είναι η Καμάρα, δεν βλέπεις; Έχω τον πόνο μου δίνω μαθήματα μέσα στη ζέστη, έχω και σένα να μη βλέπεις μπροστά σου; Δώσε 20 ευρώ να πάρεις έναν ταξιδιωτικό οδηγό, ούφο, ε ούφο" αλλά όοοοοοοοοοοχι, στα πλαίσια της φημισμένης ελληνικής φιλοξενίας χαμογελάς, δείχνεις "το Καμάρα" και φεύγεις, κρατώντας την Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας του Χέρμαν Μπένγκτσον, εκδόσεις Μέλισσα, σελίδες 570, σκληρό εξώφυλλο, στο χέρι σου και συγκρατώντας τον εαυτό σου από το να την φέρει στο κεφάλι του τουρίστα που ήρθε να σου θυμίσει οτι την ώρα που εσύ λιώνεις στην καθημερινότητά σου, άλλοι ταξιδεύουν ευτυχισμένοι.

Πλατύ χαμόγελο.
Αύριο, και για όλη την επόμενη εβδομάδα, θα είμαι εγώ η ευτυχισμένη ταξιδιώτρια, με το μπουκάλι το νερό στο ένα χέρι και το κρουασάν στο άλλο, που θα ρωτάει τα ταλαιπωρημένα Γαλλάκια σε σπαστά γαλλικά: " Ou est Notre - Dame? "
Χι χι χι χι χι!
Donc....
Paris, nous vennons!

Το τραπέζι

Μιλάω πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό για το κατά πόσο αλλάζει ένας άνθρωπος. Πολλοί άνθρωποι τριγύρω μου, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, έχουν αυτή την απορία μέσα τους: «Αλλάζει ένας άνθρωπος; Και πόσο; Και ως πότε;» 
Και πάντα μου έρχεται στο μυαλό η σχηματοποίηση που μου είχε κάνει μια φίλη μου πριν από καιρό.
   «Είσαι ένα τραπέζι. Ένα ξύλινο, ορθογώνιο τραπέζι. Αυτό δεν αλλάζει. Αυτό είσαι.Υπάρχουν πράγματα που δεν αλλάζεις γιατί αυτά καθορίζουν το ποια είσαι. Μπορείς ωστόσο να λειάνεις τις γωνίες σου για να μην πονάνε οι άλλοι όταν πέφτουν επάνω τους και για να μην πονάς κι εσύ όταν πέφτεις πάνω στους άλλους. Πάλι τραπέζι θα είσαι. Ένα ξύλινο, ορθογώνιο τραπέζι. Απλά οι γωνίες σου θα είναι λίγο πιο στρόγγυλες.»
Και κάθε φορά που ακούω ότι κάποιος δεν θέλει να αλλάξει ή δεν μπορεί να αλλάξει ή διστάζει να αλλάξει, θέλω πολύ απλά να πω: «Μα δεν χρειάζεται να αλλάξεις. Απλά προσπάθησε να λειάνεις λίγο τις γωνίες σου»
Αλλά δεν θα καταλάβει!
Με δεδομένο λοιπόν ότι είμαι ένα τραπέζι και με δεδομένο ότι το καλοκαίρι είναι σχεδόν εδώ (σίγουρα όχι σήμερα που βρέχει), νομίζω ότι θα κάνω καλή παρέα με μερικές καρέκλες, ένα μπαλκόνι και μια κάσα μπύρες.
Εσύ τι είσαι; Και ποιες γωνίες έχεις να λειάνεις;

Ο κόσμος των μεγάλων

Ο κόσμος των μεγάλων είναι χάλια. Έχει πολλή δουλειά, λίγο ύπνο, χαζούς συναδέλφους, ακόμα πιο χαζά αφεντικά, νοίκια, κοινόχρηστα, ΔΕΗ, ΟΤΕ, νερό, μισθούς που δεν έρχονται ποτέ, άγχος, τρέξιμο, πιστωτικές, φορολογικές δηλώσεις, νεύρα, υποχρεώσεις, πράγματα που «δεν θέλω να κάνω, μα πρέπει» και αν ξέχασα κάτι παρακαλώ μην μου το πείτε, φτάνει…
Αλλά ο κόσμος των μεγάλων, μια στο τόσο, έχει και φίλους που έχουν να βρεθούν καιρό, τούρτες με playmobil και μια αίθουσα γεμάτη με ανθρώπους που χορεύουν. Και γελάνε. Και είναι ευτυχισμένοι. Όπου και να γύρισα το κεφάλι μου χθες, το μόνο που είδα ήταν χαρούμενοι άνθρωποι. Δεν είχε σημασία που οι μισοί ήταν ντυμένοι καρναβάλια και οι μισοί ντυμένοι με κουστούμια. Ούτε είχε σημασία που οι μισοί ήταν Γερμανοί και οι μισοί Έλληνες και μερικές φορές δεν καταλαβαινόντουσαν μεταξύ τους. Σημασία είχε όλη εκείνη η αγάπη και η ήρεμη ευτυχία που έβλεπες στα μάτια όλων.

Τελικά ο κόσμος των μεγάλων δεν είναι και τόσο χάλια... :)

58. Βενιζέλου - Πανόραμα

Δεν μπαίνω πια σε ασφυκτικά γεμάτα αστικά. Έχω την πολυτέλεια του χρόνου εδώ και αρκετούς μήνες. Όσο ήμουν φοιτήτρια όμως δεν με έπαιρνε, έβλεπα αστικό που με βόλευε και έμπαινα, έπρεπε να προλάβω το μάθημα στη σχολή, τα αγγλικά στο φροντιστήριο, το πιάνο, τους καφέδες, τις μπύρες, τις βόλτες, το τελευταίο δρομόλογιο για το σπίτι.
Ήταν ένα μεσημέρι στο πρώτο εξάμηνο, 7 χρόνια πριν (εφτά; εφτά; Χριστέ μου περάσαν εφτά χρόνια…) που μπήκα σε ένα παλιό, κόκκινο 58 (ναι, ναι, από εκείνα που μπαίνεις και λες «τώρα θα αρχίζουν να φεύγουν οι λαμαρίνες δεξιά και αριστερά» και όταν φρενάρει ο οδηγός ακούγεται εκείνος ο απαίσιος τσιριχτός ήχος που σου τρυπάει τα αυτιά – ξέρω, κι εγώ ανατρίχιασα τώρα που το θυμήθηκα), γεμάτο όσο δεν πάει. Πέτυχα μια γνωστή μου που με ρώτησε αν ήξερα τον τάδε, που ήταν στην ίδια σχολή με μένα. Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιον εννοούσε. Τότε μια ξανθιά κοπέλα που ήταν κι αυτή παστωμένη σαν την σαρδέλα δίπλα μου, μου είπε: «Συγγνώμη που διακόπτω αλλά σας ακούω που μιλάτε τόση ώρα, στο Ιστορικό δεν είσαι;» «Ναι», απαντάω. «Ιστορία της τέχνης έχεις;» «Έχω» «Είναι αυτός που έρχεται με το μαλλί φτιαγμένο με πιστολάκι και τις γυναικείες τσάντες» «Ναι ναι! Αυτός είναι!» είπε ενθουσιασμένα η γνωστή μου «είναι φίλος μου από το σχολείο!». Λίγο δαγκώθηκε η ξανθιά κοπέλα, αλλά τι να κάνει, έφτασα κι εγώ στη στάση μου (Ιπποκράτειο) και κατέβηκα.
Την ξαναπέτυχα στη σχολή. Την μια φορά πήγαμε για έναν καφέ στο κυλικείο, την άλλη για ένα ποτό, την άλλη βρεθήκαμε για να ανταλλάξουμε σημειώσεις.
Δεν μοιάζουμε καθόλου. Αυτή λατρεύει τα κλαμπάκια και τις ψηλές γόβες. Εγώ για να βγάλω τα αθλητικά σημαίνει ότι κάποιος με έδεσε και μου τα έβγαλε από τα πόδια.
Πολλές φορές εκνευριζόμαστε η μία με τις επιλογές της άλλης. Πολύ. Δεν φαντάζεστε πόσο. Αλλά τελικά αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι τόσα χρόνια τώρα, σιγά σιγά στην αρχή και πιο πολύ μετά, έχουμε μοιραστεί την καθημερινότητά μας με έναν τρόπο που καθόλου δεν μοιάζει με συνήθεια. Κάπου εδώ υποτίθεται ότι πρέπει να αρχίσω να λέω για τις χαρές και τις λύπες που μοιραστήκαμε, για τα πάρτι, για τις εκδρομές, για τα μεταμεσονύκτια  sms, για την υποστήριξη, για τα μυστικά και δεν συμμαζεύεται. Όμως τίποτα δεν με καλύπτει όσο αυτό: έχουμε μοιραστεί την καθημερινότητά μας με έναν τρόπο που καθόλου δεν μοιάζει με συνήθεια.
Και μετά από τόσο χρόνια, ήρθε η ώρα να σου εξομολογηθώ κάτι, πατσαβούρι μου: είμαι χαρούμενη που τελικά δεν μπήκες στο Οικονομικό, κι ας ξέρω πόσο το ήθελες. Είμαι χαρούμενη που μπήκες στο Ιστορικό και μπήκες και στο ίδιο γεμάτο 58 με μένα.
Τότε.

Είκοσι τέσσερα

Στη Β’ λυκείου, εν’όψει πανελληνίων,σαν παιδί κι εγώ, έκανα τα ιδιαίτερά μου σε λατινικά και αρχαία (θεωρητική κατεύθυνση γάρ).Έλεγα στην καθηγήτριά μου:
«Στα 24, που θα βγάλω το πανεπιστήμιο…» 
«Βρε γιατί να βγάλεις το πανεπιστήμιο στα 24;» μου έλεγε εκείνη, «17 θα μπεις, άντε να μην βγάλεις τη σχολή στα 4 χρόνια, να τη βγάλεις στα 5, φτάνουμε στα 22. Στα 22 θα βγάλεις το πανεπιστήμιο!»
Στα 2 χρόνια που ακολούθησαν, δεν ξέρω γιατί, αλλά ενστικτωδώς, κάθε φορά έλεγα: «στα 24, που θα βγάλω το πανεπιστήμιο…»
Έτσι, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί, κάτι σημαντικό θα μου συμβεί στα 24, για να τα μελετάω τόσο από τα 16.
Και τα 24 ήρθαν. Και σήμερα είναι η τελευταία τους μέρα. Και πρέπει να διαλέξω ποιο είναι το πιο σημαντικό από όλα αυτά που έγιναν. Ότι ήταν η πρώτη χρονιά που σήκωσα τα μάτια μου από τα βιβλία και κοίταξα τον κόσμο υπό ένα άλλο πρίσμα; Ότι γνώρισα πολλούς, πολλούς, πολλούς ανθρώπους κι ο καθένας τους μου έμαθε και κάτι διαφορετικό; Ότι κατάφερα να σταματήσω να είμαι τόσο αυστηρή και απόλυτη με όλους και κυρίως με τον εαυτό μου;(ακόμα το παλεύω αυτό, αλλά είμαι σε πολύ καλό δρόμο, αλήθεια λέω.) Ότι τίναξα από πάνω μου πράγματα που με βάραιναν, όπως τα σκυλιά τινάζουν από πάνω τους τις σταγόνες του νερού; Ότι εγώ, το μικρό, ανταγωνιστικό μέχρι θανάτου μοναχοπαίδι, έμαθα σιγά σιγά να εμπιστεύομαι όσους μου απλώνουν το χέρι για να με βοηθήσουν; 
Ή ότι όλα αυτά έγιναν με χαρούμενους καφέδες, με ξενύχτια, με άκυρα, καμμένα mail και sms και tweets (την εξάντλησα την τεχνολογία, δεν μπορείτε να πείτε), με βόλτες και γέλια (και λίγα κλάμματα) και συζητήσεις στα αστικά (τέτοιες, που ακόμα απορώ πώς δεν μας έχει βρίσει καμια γιαγιά ή μαμά με παιδάκι), με μαργαρίτες και (εννοείται) με πολλά σοκολατάκια; 
Όσο για την ιστορία, όντως το πανεπιστήμιο το έβγαλα στα 22. Και στα 24 διορίστηκα καθηγήτρια. Τι έκανα στα 23 που είναι ανάμεσα; Διάβαζα για να περάσω στις εξετάσεις που θα μου άνοιγαν αυτόν τον δρόμο. Ναι, ένα χρόνο. Για την ακρίβεια ένα χρόνο και 4 μήνες.
Γι’αυτό να με συμπαθάει και ο Κοέλο και το σύμπαν (του). Αν θέλεις κάτι πολύ, κάτσε και κόπιασε γι’αυτό. Δούλεψε και ίδρωσε και κουράσου και στρέψε όλο σου το είναι προς τα’κει. Κι όταν πιστέψεις ότι έφτασες πια στα όριά σου, συνέχισε. Είναι απίστευτο το πόσο μακριά μπορείς να φτάσεις. Και τότε, μόνο τότε, η λίγη τύχη που χρειάζεσαι, μπορεί και να’ρθει στη δική σου πόρτα. Και στις 2 Ιουλίου, γύρω στις 3.30 το μεσημέρι να κολλήσεις τα μούτρα σου στην οθόνη του υπολογιστή ψάχνοντας να κατεβάσεις τον σωστό πίνακα, γιατί αυτός που κατέβασες πριν λίγο με τα ονόματα των διοριστέων έχει μέσα και το δικό σου, και δεν μπορεί, κάποιο λάθος θα πρέπει να έγινε, δεν γίνεται εσύ, η μικρή, με την μηδέν προϋπηρεσία, να πέρασες με την πρώτη. Ήταν Πέμπτη.
Και για όσους δεν με ξέρουν και βιαστούν να σκεφτούν ότι το μόνο που με ένοιαζε ήταν να βολευτώ, γι’αυτό χάρηκα τόσο με τον διορισμό, να πω ότι από τα 14 ήθελα δυο πράγματα: να γίνω καθηγήτρια και να πάω στο Παρίσι.
Παρίσι τελικά δεν κατάφερα να πάω.
Αλλά κάτι έπρεπε να αφήσω και για τα 25!

Κίχλη



Χθες η Κίχλη μου είπε οτι με αγαπάει.
Έτσι απλά, την ώρα που πλήρωνε τον καφέ της και πήγα να την χαιρετήσω, αντί για καληνύχτα, μου είπε «σ’αγαπώ φαντασματάκι!»
Ήταν ωραία.
Και ήταν περίεργα. 2 παιδιά, ένας σύζυγος, δουλειά, συνεργάτες, μαθητές, φίλοι, γονείς, αδέρφια, ξαδέρφια, μπαντζανάκηδες, ευρύτερος κοινωνικός περίγυρος, δεν ξέρω κι εγώ πόσοι ακόμα, και της μένει χώρος (και χρόνος) για να αγαπάει εμένα; Μια φορά το μήνα βρισκόμαστε (ενίοτε μία φορά στους 2 μήνες), πολύ ωραία περνάμε δεν λέω, και γελάμε και σοβαρά μιλάμε και όμορφα νιώθουμε, αλλά μια φορά στο τόσο είναι μόνο – τι να σου κάνει;
Γιατί ν’αγαπάει εμένα μωρέ; Τι τόσο έχω κάνει γι’αυτήν; Τι έδωσα;
Αυτά σκεφτόμουν ανεβαίνοντας την σκάλα.
Και μετά όταν γύρισα σπίτι διάβασα αυτό.
Και χαμογέλασα.
Και χάρηκα.
Όχι γιατί η kihli μ’αγαπάει.
Γιατί χωρίς να ξέρω, δίνω χαρά σε κάποιον.
Κι αυτό είναι ένα υπέροχο συναίσθημα.
Και μακάρι κι εγώ σε 10 χρόνια να είμαι λίγο σαν την kihli: η ακόμα ερωτευμένη σύζυγος, η σούπερ μαμά, η γαμάτη καθηγήτρια, ο άνθρωπος με το μεγάλο χαμόγελο (ακόμα κι αν μερικές φορές είναι λίγο κουρασμένο) που μέσα σε όοοοοοοοοοοοοοοολα όσα έχει να κάνει γράφει και στο blog της. Αλλά να μην είμαι κοκκινομάλλα γιατί δεν νομίζω ότι μου πάει… :)

Mark as family

Οικογένεια.
Ανάλογα με την ηλικία και την φάση που βρίσκεται ο καθένας, θα σκεφτεί τη μαμά του, τον μπαμπά του, τα αδέρφια του, τον/τη σύζυγο και/ή τα παιδιά του.
Πάντα σκεφτόμαστε οτι το "φτιάχνω τη δική μου οικογένεια" είναι ο γάμος και τα παιδιά.
Ξεχνάμε οτι δεν είναι το αίμα που κρατάει τους ανθρώπους μαζί.
Ξεχνάμε την οικογένεια που έχουμε ήδη φτιάξει - άσχετα με την ηλικία και την φάση που βρισκόμαστε.
Πολλές φορές διστάζουμε να πούμε "οικογένειά μας" τους ανθρώπους, που μπορεί να μη μας ξέρουν από τα γεννοφάσκια μας, αλλά έχουν σκουπίσει τις μύξες από το πρόσωπό μας όταν μας πήραν τα κλάματα, έχουν φάει τα αποτυχημένα μπισκότα μας για να μη μας απογοητεύσουν και δεν ξαναμπούμε στην κουζίνα, μας έχουν σύρει ως το κρεβάτι μετά από ένα πραγματικά τρελό μεθύσι, μας έχουν βρίσει για τις μαλακίες που κάναμε, έχουν υπολογίσει τι ώρα τελειώνουν οι εξετάσεις και μας έχουν στείλει sms ρωτώντας πώς τα πήγαμε (ποτέ δεν παίρνουν τηλέφωνο γιατί ξέρουν οτι αν τα πήγες χάλια δεν θες να μιλήσεις σε άνθρωπο), ξέρουν ακριβώς πότε τους έχουμε ανάγκη πιο πολύ και πότε πατάμε γερά στα πόδια μας, έχουν έρθει σπίτι, έχουν φύγει και έχουν ξαναγυρίσει μετά από μισή ώρα για να πλύνουν τα πιάτα, (μην απορείτε, δεν είπα οτι γύρισαν μόνο για να πλύνουν τα πιάτα!) και πάνω απ'όλα μας αγαπάνε για αυτό που είμαστε - κι ας είμαστε στραβόξυλα και πεισματάρηδες. Κι αφού μας κατσαδιάσουν για το μερίδιο της ευθύνης που μας αναλογεί όταν τους γκρινιάζουμε για κάτι, καθόμαστε μαζί και βρίσκουμε τι μπορούμε να κάνουμε.
Οικογένειά μας είναι κι αυτοί οι άνθρωποι.
Τι πειράζει αν δεν είναι οι ίδιοι συνέχεια;
Τι πειράζει αν αυτή μας η οικογένεια είναι δυναμική κι όχι σταθερή; Άνθρωποι έρχονται και άνθρωποι φεύγουν και κάποιοι ξαναέρχονται και κάποιοι ξαναφεύγουν...Και κάποιοι μένουν, αλλά δεν έχεις την παραμικρή ιδέα ποιοι θα είναι αυτοί, απλά κάποια στιγμή γυρνάς το κεφάλι πίσω να δεις τον δρόμο που περπάτησες και διαπιστώνεις οτι ήταν μαζί σου όλον αυτόν τον καιρό, και είσαι χαρούμενος γι'αυτό.
10 λεπτά με τα πόδια ή χιλιόμετρα μακριά, δεν έχει καμία σημασία. Αυτούς τους ανθρώπους τους νιώθεις πάντα δίπλα σου - η σκέψη και μόνο οτι υπάρχουν στη ζωή σου σε ζεσταίνει και σε ηρεμεί.
Γι'αυτό λοιπόν, όταν προσθέτω μια επαφή στο flickr και με ρωτάει: "Mark as friend / Mark as family", γελάω.
Είναι φορές που πραγματικά δεν μπορώ να βρω καμία απολύτως διαφορά... : )

Μικρά πράγματα / Μεγαλεία ζωής...

Πράγματα συμβαίνουν τριγύρω μας. Ήχοι και λόγια ακούγονται. Εικόνες και μυρωδιές γεμίζουν τον μικρόκοσμό μας.
Και τα χρόνια περνάνε. Και συμβαίνουν κι άλλα πράγματα, και ακούγονται κι άλλοι ήχοι, κι άλλα λόγια, κι έρχονται κι άλλες εικόνες, κι άλλες μυρωδιές, κι όλα στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο κι εμείς βιαστικοί όπως πάντα δεν δίνουμε σε όλα σημασία...
Τι θα είναι αυτό που θα κάνει μέσα μας το "κλικ", θα ανοίξει μια ξεχασμένη πόρτα στην καρδιά, θα ταξιδέψει στο λαβύρινθο του μυαλού και θα κάνει όλο μας το είναι να πλημμυρίσει συναισθήματα, κανείς δεν ξέρει. Πάντα όμως είναι κάτι τόσο μικρό...
Το θέμα είναι άλλο.
Έχουμε την ευαισθησία να αναγνωρίσουμε την στιγμή αυτή όταν θα έρθει;
Έχουμε την ικανότητα να την εκτιμήσουμε;
Έχουμε το πείσμα, σε έναν κόσμο που δεν σταματάει να τρέχει, να σταθούμε μόνο και μόνο για να νιώσουμε το δάκρυ που κυλάει στο μάγουλό μας;

* το Μεγαλεία ζωής μπορείτε να το διαβάσετε εδώ...

Ο Ανδαλουσιανός σκύλος...

Σαν τώρα το θυμάμαι. 3ο έτος ήταν, εαρινό εξάμηνο. Μάθημα «Κριτική της τέχνης» και ο καθηγητής μάς είχε βάλει ως εργασία, να διαλέξουμε ένα σχολικό μάθημα κ να το παρουσιάσουμε με άξονα κάποια μορφή τέχνης – οποιασδήποτε.
Ο Παναγιώτης είχε διαλέξει να παρουσιάσει την ενότητα της νεοελληνικής υπερρεαλιστικής ποίησης. Και χρησιμοποίησε ένα απόσπασμα από τον Ανδαλουσιανό σκύλο του Μπουνιουέλ.
10 λεπτά μας έδειξε όλα κι όλα.
«Τι βλακεία καθόμαστε και βλέπουμε…» σκέφτηκα. (x78)
Μετά από λίγο καιρό, παρατήρησα ότι κάθε τόσο, συχνά – πυκνά, καταστάσεις, συζητήσεις και συμβάντα στη ζωή μου, είχαν ένα μεγάλο κοινό: ήταν τόσο άκυρα που έμενα άφωνη (να μην πω τίποτε άλλο…)
Άκυρα ή μήπως σουρεαλιστικά;
Μήπως τελικά ο Μπουνιουέλ διάβασε την σκέψη μου εκείνο το απόγευμα και θύμωσε που δεν μου άρεσε το έργο του, και για να με τιμωρήσει αποφάσισε να δει την δική μου ζωή ως ένα τεράστιο καμβά, στον οποίο πετά με τους κουβάδες (και τη βοήθεια του Νταλί βεβαίως, βεβαίως) όσο σουρεαλισμό του περισσεύει;
Λες και σ’όλο τον πλανήτη, μόνο σε μένα δεν άρεσε!
Έλα, βρε Λουί, ξεπέρασέ το επιτέλους, δεν είναι και κάτι τόσο τρομερό! Τόσες ταινίες χαντακώνονται κάθε χρόνο σε περιοδικά, εκπομπές και κριτικές, με μένα τα έβαλες που στην τελική μια σκέψη έκανα; (78 φορές ναι, αλλά μόνο σκέψη!)
Στην τελική, ούτε το Pulp fiction μου άρεσε, αλλά ο Ταραντίνο κύριος, στο ύψος του, χωρίς κομπλεξικές εξάρσεις και παρεμβολές στη ζωή μου. Ευτυχώς – δεν θέλω ούτε να το φαντάζομαι. (Θα μου πεις, ο Ταραντίνο δεν έχει πεθάνει, επομένως δεν μπορεί να διαβάζει τις σκέψεις κάθε θνητού για τις ταινίες του, αλλά ένα παράδειγμα έφερα, μη τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς)
Όταν το είπα σε μια φίλη μου, εκείνη κούνησε το κεφάλι συγκαταβατικά και μου είπε: «Έχει πολύ καιρό που αποφάσισα οτι ο σουρεαλισμός δεν είναι κίνημα. Είναι η πραγματικότητα.»
Και φυσικά μετά πρόσθεσε χαμογελώντας: «Μικρή είσαι ακόμα, θα μάθεις…»
Δεν ξέρω αν όταν μεγαλώσω θα ενστερνιστώ αυτή την αλήθεια και θα σταματήσω να υποψιάζομαι τον δάκτυλο του Μπουνιουέλ σε κάθε σουρεάλ φάση της ζωής μου, αλλά υποψιάζομαι οτι και 80 χρονών να γίνω, με το ένα πόδι στο πι και το άλλο στον τάφο, θα συνεχίζω να πιστεύω ακράδαντα πως αυτός φταίει και μάλιστα με το πέρασμα των χρόνων μεγάλωσε την γκάμα του και αποφάσισε να σκορπίσει ό,τι ακυρίλα του κατεβαίνει όχι μόνο σε μένα, αλλά και στα παιδιά μου, τα εγγόνια μου και το σκύλο μου, μόνο και μόνο για να με βλέπει να τυραννιέμαι επειδή 50 κάτι χρόνια πριν, είπα ότι ο Ανδαλουσιανός σκύλος ήταν μια βλακεία!
Λουί μου, δεν ξέρω αν έχεις laptop και wi-fi εκεί που είσαι για να διαβάσεις το post μου, αλλά πραγματικά βρες ένα τρόπο να το κάνεις…
Όσο για την ιστορία, ο Παναγιώτης πήρε ένα ολοστρόγγυλο 10 για την εργασία του, η οποία ήταν καταπληκτική, πρωτότυπη και πραγματικά απολαυστική – η ιδέα για την ταινία ήταν απίστευτη (με την καλή έννοια) και η ταινία εξ’ ίσου απίστευτη (με την κακή έννοια)
Α, ρε Παναγιώτη τι τραβάμε 4 χρόνια τώρα για το δικό σου δεκάρι…

Βουτιές...

Όλες οι μεγάλες αποφάσεις της ζωής μας κουβαλάνε ένα φόβο. Τον φόβο αν αυτό που πάμε να κάνουμε θα μας βγει σε καλό ή αν τελικά διαλέξαμε το τελείως λάθος μονοπάτι.
Είναι σαν να στέκεσαι στην άκρη ενός γκρεμού, κι από κάτω απλώνεται η θάλασσα, και θέλεις απελπισμένα να βουτήξεις, να νιώσεις τον αέρα να σου ανακατεύει τα μαλλιά και τον ήλιο να σε ζεσταίνει καθώς πέφτεις και τους γλάρους να περνάνε πλάι σου και μετά να χαθείς στην αγκαλιά μιας θάλασσας τόσο μεγάλης, τόσο γαλάζιας, τόσο δροσερής…
Κι εκεί κοντοζυγώνεις. Κάνεις ένα βήμα πίσω.
Κι αν πέσω στα βράχια;
Κι αν πνιγώ;
Κι εκεί διαλέγεις. Βουτάς ή φεύγεις. Τολμάς ή αδρανείς. Ζεις ή απλά υπάρχεις.
Συνήθως διαλέγω να βουτήξω.
Για τη χαρά.
Γιατί έτσι νιώθω ζωντανή - όταν ξέρω ότι κυνήγησα ως το τέλος αυτά που ήθελα. Ένα – ένα όλα μου τα όνειρα. Μία – μία όλες μου τις χίμαιρες.
Χωρίς δίχτυ ασφαλείας. (έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει ποτέ)
Χωρίς εγγυήσεις. (αυτές κι αν δεν υπάρχουν ποτέ)
Με την ελπίδα ότι αν τελικά σπάσω το κεφάλι μου, κάποιος θα βρεθεί να τρέξει με το κουτί των πρώτων βοηθειών: χαρτομάντιλα, σοκολατάκια, μια βόλτα και μια αγκαλιά.
Βαθιά ανάσα.
Τα μάτια κλείνουν.
Αυτή η βουτιά προβλέπεται μεγάλη.
Πάμε…

5 σχόλια για 1 tweet...



...ή αλλιώς, η αρχή αυτού του blog!
Ένα tweet έγινε, ένα mail με 5 σχόλια στάλθηκε, ένα deadline εκσφενδονίστηκε στον αέρα και να'μαι!
Και σε περίπτωση που απορείτε, η φωτογραφία, όχι, δεν είναι καθόλου μα καθόλου τυχαία...

Κάτι κάνω/λέω/δείχνω λάθος και πάω στον κομμωτή μου για να μου κόψει την ψαλίδα και φεύγω σαν playmobil...





1. Ποτέ δεν φταίει ο κομμωτής για το αποτέλεσμα. Φταίει το μαλλί σου που είναι άλουστο (άσχετα αν σε έλουσαν) η τρίχα σου που είναι λεπτή (λες και μπορείς να την αλλάξεις), τα αυτοκίνητα που κόρναραν και δεν κατάλαβε καλά τι του είπες (ισχύει και για την Άνω Ραχούλα στις 11 το βράδυ) ο Κρόνος που μπήκε στον Ερμή (λες και σε κουρεύει η Λίτσα Πατέρα) αλλά ΠΟΤΕ ΜΑ ΠΟΤΕ ΜΑ ΠΟΤΕ ο καλλιτέχνης αυτός (ναι για τον κομμωτή μιλάμε) που σου έκανε την χάρη να ασχοληθεί με το ταπεινό σου κεφάλι...

2. Αν δεν φταίει τίποτε από τα παραπάνω, τότε φταίει η σειρά προϊόντων που χρησιμοποιείς. Τι; Χρησιμοποιείς μόνο σαμπουάν; Άντε και καμιά κρέμα μαλλιών; Και όχι της ίδιας εταιρείας; (Σου ρίχνει ένα βλέμμα που σε κάνει να αισθάνεσαι οτι ο Αρμαγεδδών είναι τελικά μύθος. Η καταστροφή του κόσμου θα έρθει επειδή δεν χρησιμοποιείς το σωστό conditioner). Σου προτείνει την ολοκληρωμένη σειρά προϊόντων με εκχυλίσματα φυκιών από τον Ειρηνικό ωκεανό που τα μάζευαν δεκάχρονα κορίτσια με την πανσέληνο τραγουδώντας τοπικά άσματα και περιλαμβάνει σαμπουάν, κρέμα μαλλιών, ειδικό σπρέυ κατά της αφυδάτωσης (ναι για τα μαλλιά μιλάμε), serum λάμψης, κερί φορμαρίσματος για όταν φυσάει, ελιξίριο απαλότητας και σπρέυ ανάδειξης του χτενίσματος. Όλα αυτά στην κόκκινη σειρά, γιατί η πράσινη είναι για τα ξηρά μαλλιά, όχι για τα δικά σου που είναι λιπαρές ρίζες με ξηρές άκρες.

3. Οι κομμωτές έχουν ψύχωση με το μήκος των μαλλιών. Βλέπουν μακρύ και θέλουν να το κόψουν, και αισθάνονται και ωραία για αυτό, επειδή για κάποιον ακαθόριστο λόγο νομίζουν οτι σε απαλλάσσουν από κάποιο τεράστιο βάρος. Ως εκ τούτου, ΠΟΤΕ ΜΑ ΠΟΤΕ ΜΑ ΠΟΤΕ δεν λες στον κύριο που κρατάει το ψαλίδι πάνω από το κεφάλι σου πού ακριβώς θέλεις να φτάσει το μήκος των μαλλιών σου. Προσθέτεις στο δικό σου επιθυμητό 5 πόντους και εύχεσαι να μην πάρει τρελές πρωτοβουλίες (γιατί το γεγονός οτι θα πάρει είναι σίγουρο)

4. Εντάξει δεν είναι όλοι ίδιοι. Την επόμενη φορά που θα δεις κάποιον στο δρόμο που δεν μοιάζει με playmobil, ρώτα τον πού κόβει την ψαλίδα του. Αν ντρέπεσαι, μείνε σαν playmobil. Άλλωστε και οι φίλοι σου έχουν ψυχή. Με τί θα γελάνε;

5. Και στην τελική να σου πω κάτι; Τα playmobil με αυτό το άθλιο κούρεμα κατέκτησαν τον κόσμο και είναι διάσημα και έχουν και μια περιουσία. Α, τώρα το ξανασκέφτεσαι;;;

Midnight summer thoughts...

Όταν με ρωτάνε ποιο είναι το καλύτερο καλοκαίρι που έχω περάσει, ασυναίσθητα λέω: εκείνο του ’99.
Τίποτα ιδιαίτερο δεν έγινε. Ήμουν στο Διδυμότειχο, ήμουν 14, μόλις είχα βγάλει την Γ’ γυμνασίου, έπρεπε να γυρίζω σπίτι στις 11.30 (βαριά-βαριά 12.00), δεν έπαιζε να πάω διακοπές χωρίς τους γονείς μου και δεν είχα ανακαλύψει τις μπύρες ακόμα. Ήταν όμως ένα ξένοιαστο και χαρούμενο καλοκαίρι. Έτσι απλά. Χωρίς κάτι το σούπερ. Φορούσα το μαύρο μου παντελόνι και τα πέδιλά μου, βρισκόμασταν με τη Χριστίνα και τη Σίσσυ και τη Χρύσα και τη Μάρθα και τη Βάσω και πηγαίναμε στο Monroe’s και παίρναμε χυμό μπανάνα-βύσσινο ή κρύα σοκολάτα φράουλα και μιλούσαμε και γελούσαμε και κοιτάζαμε στα κλεφτά τριγύρω μας μήπως κάπου κάθεται κι αυτός που μας αρέσει και μετά στο σπίτι άκουγα savage garden στο κασετόφωνο πριν κοιμηθώ και κοιτούσα τα αστέρια…
10 χρόνια μετά, είμαι στη Θεσσαλονίκη, είμαι 24, έχω βγάλει το πανεπιστήμιο, έχω βρει την δουλειά που αγαπώ (μάλλον – αν δεν βγουν οι οριστικοί πίνακες εγώ δεν ησυχάζω), γυρίζω σπίτι ό,τι ώρα θέλω, πάω διακοπές μόνη μου και έχω ανακαλύψει και τις μπύρες και τις τεκίλες και πολλά άλλα. Φοράω το τζιν μου και τα άσπρα αθλητικά μου με τα μπλε λουλουδάκια και πάω να βρω ανθρώπους που εκτός από τα πραγματικά τους ονόματα έχουν και nicks (γιατί είμαστε και στο bookcrossing και στο facebook και στο twitter) για να πάμε σε μια έκθεση φωτογραφίας και μετά πάμε για μπύρες και μιλάμε και γελάμε και μετά γυρίζω σπίτι με το 78Ν και μια άγνωστη κοπέλα που δεν θα ξαναδώ ποτέ μου, μου λέει να κάνω αυτό που λέει η καρδιά μου και όταν φτάνω σπίτι τσεκάρω τα mail μου και βάζω να ακούσω ραδιόφωνο απ'το ίντερνετ.
Δεν έχω ιδέα πώς θα είναι αυτό το καλοκαίρι. Αλλά προοιωνίζεται ακριβώς όπως αυτό του ’99.
Ξένοιαστο και χαρούμενο.
Κι ας είναι όλα διαφορετικά.
Λέω να βάλω savage garden απόψε πριν κοιμηθώ. Νομίζω ότι μου λείψανε λιγάκι…